Η μοιρασιά

Η αγγελία μιλούσε για ένα δυάρι διαμπερές φωτεινό με θέση πάρκιν και αποθήκη. «Ας το δούμε κι αυτό» είπα και βρέθηκα μπροστά στην είσοδο ενός φρεσκοβαμμένου χαμηλοτάβανου προσφυγικού. Η πόρτα ήταν τόσο μικρή που έπρεπε να σκύψω για να μπω. Όσο για τα παράθυρα, φώτιζαν περίφημα από τον λαιμό και κάτω. «Η θέση πάρκιν;» ρώτησα τον ιδιοκτήτη.

«Στο πεζοδρόμιο. Δεν είδες την κίτρινη γραμμή;»

Πράγματι στο πεζοδρόμιο με κίτρινο χρώμα υπήρχε σχεδιασμένο ένα ορθογώνιο. Χωρούσε ένα μικρό αυτοκίνητο.

«Και πόσα θέλεις για αυτό;»

«Τρία κατοστάρικα»

«300 ευρώ. Πολλά δεν είναι;»

«Για έναν ίσως. Για δύο άτομα είναι λίγα. Εγώ το έχω για δύο φοιτητές ή μετανάστες»

Πήγα να του πω οτι προφανώς  εννοούσε δύο πολύ κοντούς φοιτητές ή νάνους  μετανάστες αλλά τελικά τον ρώτησα.

«Και τι το χρειάζονται το πάρκιν δύο φτωχοί φοιτητές ή μετανάστες;»

«Αν δεν έχουν αυτοκίνητο μπορούν το καλοκαίρι να βγάζουν ένα τραπεζάκι με καρέκλες και να παίρνουν τον αέρα τους.»

«Η φτώχεια θέλει καλοπέραση ε;» προσπάθησα να τον ειρωνευτώ.  Τελικά η κουβέντα κατάληξε στην πολιτική.

«Δεν έχει σημασία φίλε πως μοιράζεις τον πλούτο αλλά πως μοιράζεις την φτώχεια. Διότι αν όλοι οι φτωχοί είναι το ίδιο φτωχοί θα θελήσουν να γίνουν πλουσιότεροι. Ενώ αν την φτώχεια την μοιράσεις άνισα, οι φτωχοί θα φοβούνται  μη γίνουν φτωχότεροι. Με συγχωρείς τώρα αλλά ήρθε το επόμενο ραντεβού» είπε καθώς από την τρύπα της εισόδου πρόβαλαν τρία φοβισμένα πρόσωπα.

Παρατηρητήριο Ανθρωπἰνων Δικαιωμάτων κατἀ Ελλάδας

Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δημοσίευσε αυτή την εβδομάδα έκθεση στην οποία κατηγορεί την Ελλάδα για κράτηση προσφύγων, ακόμα και ανήλικων παιδιών, σε απάνθρωπες συνθήκες ενώ τους αρνείται την νόμιμη πρόσβαση στη διαδικασία αίτησης για παροχή ασύλου. Την ίδια ώρα, ο θάνατος του 25χρονου μετανάστη στη Νίκαια ύστερα από κακοποίηση από αστυνομικούς, φθάνει στα διεθνή δίκτυα.

Ο φωτογράφος Moises Saman και ο δημοσιογραφικός ερευνητής Simone Troller συνέθεσαν για το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch) το παραπάνω έργο για να δώσουν «μια μοναδική οπτική στις εμπειρίες όσων καταφθάνουν στην Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή», αναφέρει το δίκτυο Al Jazeera.

Την ίδια ώρα, το BBC προβάλλει την είδηση του θανάτου του νεαρού μετανάστη στη Νίκαια , ύστερα από κακοποίηση που υπέστη από τις ελληνικές αστυνομικές αρχές. Στο ρεπορτάζ, ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι μετανάστες από τις ελληνικές αστυνομικές αρχές ταυτίζεται με την Αμπού Γκράιμπ , τη διαβόητη αμερικανική φυλακή στο Ιράκ, η οποία έχει γίνει συνώνυμη των απάνθρωπων βασανισμών.

Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη δηλώνει στο βρετανικό δίκτυο ότι ο ελληνικός λαός έχει χάσει την εμπιστοσύνη του προς την Αστυνομία και επαναλαμβάνει τη θέση ότι δεν θα ανεχθεί την αστυνομική βία. «Οι περισσότεροι Έλληνες θα καλωσορίζουν τις δηλώσεις του υπουργού. Σίγουρα αρμόζουν σε κάποιον που ανέλαβε καθήκοντα μόλις πριν από μία εβδομάδα. Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι: μπορεί να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του;» αναρωτιέται ο δημοσιογράφος Malcolm Brabant.

Πηγή tvxs

ο ΜΠΑΜ α : η μητέρα όλων των βομβών

Το in.gr δημοσιεύει στην κατηγορία “Επιστήμη-Τεχνολογία” την παρακάτω μακάβρια είδηση:

“Η ανάπτυξη του ισχυρότερου μη πυρηνικού όπλου των ΗΠΑ, μιας διατρητικής βόμβας που μπορεί να διαπερνά δεκάδες μέτρα βράχου και να καταστρέφει υπόγειες εγκαταστάσεις, επιταχύνεται από το αμερικανικό Πεντάγωνο.

Η βόμβα MOP (βόμβα μαζικής διάτρησης πολεμικών εγκαταστάσεων) θα ειδικεύεται στην καταστροφή ενισχυμένων υπόγειων εγκαταστάσεων όπως αυτές που χρησιμοποιούν τα πυρηνικά προγράμματα του Ιράν και της Βορείου Κορέας, παραδέχεται το αμερικανικό υπουργείο Αμυνας, διαψεύδοντας όμως ότι οι δύο χώρες είναι υποψήφιοι στόχοι.

«Δεν νoμίζω ότι μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τους στόχους. Είναι απλά μια δυνατότητα την οποία θεωρούμε απαραίτητη στον κόσμο που ζούμε» περιορίστηκε να δηλώσει ο εκπρόσωπος Τύπου του Πενταγώνου Τζεφ Μόρελ.

Bαρέων βαρών

Η ανάπτυξη και οι δοκιμές της βόμβας MOP, γνωστής και ως GBU-57A/B, επιταχύνεται χάρη σε κονδύλι 52 εκατ. δολαρίων που εγκρίθηκε από το Πεντάγωνο τον περασμένο μήνα, έπειτα από δύο χρόνια καθυστερήσεων λόγω τεχνικών και οικονομικών κωλυμάτων.

Το ποσό αυτό θα διατεθεί για την τροποποίηση του βομβαρδιστικού B-2 ώστε να μπορεί να μεταφέρει δύο βόμβες MOP.

Η διατρητική βόμβα, της οποίας η γόμωση δοκιμάζεται από το 2007, έχει βάρος 13,6 τόνους και μεταφέρει 2,4 τόνους εκρηκτικών.

Θα είναι δέκα φορές πιο ισχυρή από τη βόμβα που προορίζεται να αντικαταστήσει.

Σύμφωνα με τις προδιαγραφές που έχουν ανακοινωθεί, η βόμβα θα μπορεί να διαπερνά 40 μέτρα βράχου μέτριας σκληρότητας, ή 8 έως 61 μέτρα οπλισμένου σκυροδέματος.

Χάρη σε σύστημα καθοδήγησης που βασίζεται στο GPS, η βόμβα MOP θα καταφέρνει χτυπήματα ακριβείας σε υπόγεια οπλοστάσια, εργαστήρια ή κρυψώνες.

Οι εγκαταστάσεις που έχει χρησιμοποιήσει η Βόρειος Κορέα για τις υπόγειες πυρηνικές δοκιμές της, καθώς και η υπόγεια εγκατάσταση εμπλουτισμού ουρανίου που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στο Ιράν θεωρητικά θα ήταν ιδανικοί στόχοι για το νέο όπλο.

Οι ΗΠΑ όμως επιμένουν στις διπλωματικές επαφές με τη Β.Κορέα και διαψεύδουν τις υποψίες ότι ετοιμάζονται να πλήξουν το Ιράν, ή να κάνουν «τα στραβά μάτια» στην περίπτωση ισραηλινής επιχείρησης.

Η βόμβα MOP, πάντως, πιστεύεται ότι θα μπορούσε να είχε καταστρέψει τα υπόγεια τούνελ που επέτρεψαν στον Οσάμα μπιν Λάντεν να διαφύγει στη διάρκεια της αμερικανικής επιχείρησης στην Τόρα Μπόρα του Αφγανιστάν λίγο μετά την εισβολή του 2001.”

Δηλαδή … αφοπλιστικός κυνισμός

Η ΚοκκινοΠράσινη πιπεριά

pip-greenΜια φορά κι ένα καιρό ήταν μια πιπεριά, μικρή, κόκκινη, που ήθελε να γίνει πυροσβέστης. Το άκουγε η μάνα της και κοκκίνιζε από το κακό της.

-  Μη λες Βλακείες Μιμή. Μηχανικός θα γίνεις. Όπως ο πατέρας σου.

-   Δεν είναι πατέρας μου έλεγε η Μιμή. Αυτός είναι πράσινος.

-   Μικρός όμως ήταν κόκκινος. Όταν μεγαλώσεις  θα αλλάξεις κι εσύ χρώμα.

Τα χρόνια περνούσαν και η μικρή δεν άλλαζε χρώμα. Οι γονείς άρχισαν να ανησυχούν. Και με το δίκιο τους. Η μικρή πλέον ονειρευόταν ένα χωράφι με πολλές κόκκινες καυτερές πιπεριές, όπως εκείνο, το βορινό, το ποτιστικό.

«Καήκαμε» μονολογούσαν γονείς. «Μια βροχή θα μας σώσει» ψιθύριζαν συγγενείς και φίλοι. Και ήρθε η βροχή. Τι βροχή δηλαδή. Πλημμύρα, νεροποντή. Πνίγηκε το βορινό ποτιστικό χωραφάκι κι έγινε το θαύμα.  Όταν σταμάτησε επιτέλους ο κατακλυσμός, ως εκ θαύματος η Μιμή άρχισε να αλλάζει χρώμα.

Στο τέλος έγινε πράσινη και ονειρευόταν πλέον χαρτοφυλάκια (τα μοίραζε κιόλας με τα λόγια σε άλλες πιπεριές). Στο τέλος τελείωσε το Πολυτεχνείο αλλά δεν έγινε μηχανικός. Έγινε πικάντικη πολιτικη σαλάτα.

Στον Μίμη

Ένας λύκος, ένα μπαρμπουνάκι και μια απεργία.

Φέτος το καλοκαίρι σε ένα μακροβούτι είδα στον βυθό έναν λύκο να κυνηγάει ένα κατακόκκινο μπαρμπουνάκι. Ξαφνιάστηκε κι αυτός που με είδε, σταμάτησε –την γλύτωσε το ψαράκι – και μου έκανε νόημα να βγούμε στην επιφάνεια. Ανέβηκα, ανέβηκε κι αυτός. Μόλις τινάξαμε κι οι δύο τα νερά από τα κεφάλια μας μου λέει.

-Τώρα βρήκες να εμφανιστείς ρε φίλε;  Ξέρεις πόσο καιρό κυνηγάω το μπαρμπούνι;

-Συγνώμη, του απαντάω, αλλά εγώ νομίζω πως η θέση σου είναι στο δάσος να κυνηγάς την κοκκινοσκουφίτσα.

-Κι εγώ το ίδιο νομίζω αλλά μου έδωσε απόσπαση ο υπουργός παραμυθιών. Για τις ανάγκες της υπηρεσίας.

-Και το μπαρμπουνάκι γιατί το κυνηγάς;

-Είναι ταραχοποιό στοιχείο. Το είδα που μιλούσε με έναν κόκκινο αστερία.

-Τι βλακείες είναι αυτές. Δεν πρέπει να ανακατεύουμε τα παραμύθια με την πολιτική.

-Γιατί όχι φίλε μου. Με τα παραμύθια διαχειρίζεσαι την φαντασία των ανθρώπων. Με την πολιτική διαχειρίζεσαι τα όνειρά τους.

Η γάτα

Τρίτη, ώρα 11η νυκτερινή. Βάζω το κλειδί στην εξώπορτα. Κάθε Τρίτη,  ώρα 11η νυκτερινή, η γιαγιά με το σαραβαλιασμένο καροτσάκι διασχίζει την οδό Σωκράτους.

Βγάζω το κλειδί από την εξώπορτα. Θα την παρακολουθήσω.

Κάθε λίγο σκύβει κάτω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Κάτι ψάχνει. Στις γωνίες σταματάει, βγάζει λίγα αποφάγια από το καροτσάκι και τα αφήνει στη ρίζα της κολώνας πάνω σε ένα κομμάτι εφημερίδας.

Διασχίζουμε ολόκληρη την οδό Σπετσών κα στρίβουμε δεξιά στην οδό Δωδεκανήσου. Σταματάει στο internet game café. Ανοιγει την πόρτα ίσα που να χωράει το κεφάλι της με τις λιγοστές άσπρες τρίχες. Ρωτάει κάτι, περιμένει λίγο και φεύγει.

Την επόμενη Τρίτη. Φροντίζω να σχολάσω μια ώρα νωρίτερα. Είμαι στο internet café πριν τις 11. Παραγγέλνω μια μπύρα και κάθομαι μπροστά στην οθόνη. Δέκα και μισή. Έχω ώρα. Ας σερφάρω λίγο στα blogs. Μια γάτα τριγυρίζει τα πόδια μου. Άσπρη καχεκτική.

Τετάρτη, ώρα 1 πρωινή. Σηκώνομαι από την καρέκλα. Η γιαγιά με το σαραβαλιασμένο καροτσάκι δεν πέρασε. Πληρώνω την μπύρα και φεύγω. Στην πόρτα σταματάω. Γυρίζω και ρωτάω το παιδί στο μπαρ αν φάνηκε κάποια γιαγιά που ρωτούσε. «Μάλλον. Δε ξέρω. Δεν πρόσεξα. Κάθε μέρα περνάει και ρωτάει για μια γάτα. Δεν απαντάμε πια. Βαρεθήκαμε Έχουμε και δουλειές»

Καθώς ανοίγω την πόρτα, η άσπρη καχεκτική γάτα βγαίνει στο δρόμο και κατευθύνεται στα αποφάγια.

Το φανάρι του Αχμέτ

Ο Αχμέτ σταμάτησε στο φανάρι της γωνίας λεωφόρου Αθηνών και Θηβών, αφού διάνυσε πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα και μερικά μέτρα.

Με κάτι λιωμένες πλαστικές σαγιονάρες, έναν κουβά κι ένα σφουγγάρι έπιασε να καθαρίζει παρμπρίζ.

Το φανάρι που του έδωσαν ήταν πολυσύχναστο και γρήγορο αλλά ο Αχμέτ ήταν άπειρος, αργός, και το «ενοίκιο» ακριβό.

Ένα βράδυ, στην πλατεία, ο Χασάν ο πατριώτης του τον κέρασε μια πορτοκαλάδα και του είπε : «Αν δε γίνεις γρήγορος θα στο πάρουν το φανάρι».

«Χμ» έκανε σκεφτικός ο Αχμέτ.

Το άλλο βράδυ εμφανίστηκε στην πλατεία με τα σύνεργα της δουλειάς.

«Για που το βαλες με τα σύνεργα;» τον ρώτησε ο Χασάν.

«Γυμναστική » απάντησε χαμογελώντας ο Αχμέτ, ήπιε την πορτοκαλάδα του κι έφυγε.

Για έναν ολόκληρο μήνα, κάθε βράδυ, έπλενε παρκαρισμένα αυτοκίνητα και χρονομετρούσε τον εαυτό του. «Γρήγορα. Πιο γρήγορα. Θα σβήσει. Πιο γρήγορα!» μονολογούσε, κι έπλενε, έπλενε…

Ένα βράδυ, όπως ήταν σκυμμένος πάνω στο παρμπρίζ της παρκαρισμένης μερσεντές ακούει μια φωνή: «Τι το πειράζεις ρε το εργαλείο;» και τρώει πρώτα μια σφαλιάρα και μετά μια κλωτσιά. «Αχ» κάνει ο Αχμέτ και σωριάζεται ανάμεσα στα πόδια που τον χτυπούν.

«Αλλάχ, Αλλάχ» πρόλαβε να ψελλίσει ο Αχμέτ πριν σβήσει.

Όλη η αλήθεια για τον τζίτζικα και τον μύρμηγκα.

Εγώ πάντως αυτή την ιστορία με τον τζίτζικα και τον μύρμηγκα την θεωρώ τελείως αντισυνταγματική. Και θα εξηγήσω αμέσως το γιατί. Ο μύρμηγκας είχε διαλέξει να δουλεύει το καλοκαίρι και να παίρνει την άδειά του τον χειμώνα. Δικαίωμά του. Ο τζίτζικας απ’ την άλλη είχε διαλέξει να κάνει τις διακοπές του το καλοκαίρι, σαν κάθε φυσιολογικός τζίτζικας. Δικαίωμά του επίσης. Τι έφταιγε  δηλαδή που τον χειμώνα υπήρχαν αναδουλειές και δε μπορούσε να βγάλει το ψωμί του; Μήπως παραπονιόταν τα καλοκαίρια που την έβγαζε σε ένα δεντράκι; Γκρίνιαζε μήπως που δεν έκανε λουξ διακοπές; Όχι βέβαια.

Και τώρα θα σας πω την αλήθεια για το πως πέθανε ο τζίτζικας. Διότι δεν τα κακάρωσε από την πείνα. Όχι. Ψέμα μεγάλο και σκάνδαλο. Ο Μύρμηγκας τον «έφαγε».

Άγριος πολύ ήταν εκείνος ο χειμώνας που βρέθηκε ο τζίτζικας σε μεγάλη ανάγκη και αναγκάστηκε να ζητήσει από τον μύρμηγκα, ο οποίος τον δάνεισε με μεγάλο τόκο. Τον άλλο χειμώνα δανείστηκε από άλλον μύρμηγκα για να πληρώνει τους τόκους του πρώτου κοκ. Μέχρι που ένα καλοκαίρι οι μύρμηγκες του είπαν «Φίλε χρωστάς. Διακοποδάνεια τέλος. Κατέβα από το δέντρο».

Τι να κάνει ο τζίτζικας, κατέβηκε. Και έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Του κόπηκε το τραγούδι και επειδή οι τζίτζικες με το τραγούδι αναπνέουν, του κόπηκε κι η ανάσα και πάει, πέθανε. Ύστερα ο μύρμηγκας λάδωσε τον συγγραφέα ο οποίος άλλαξε την ιστορία και κατηγόρησε τον τζίτζικα ως ανεπρόκοπο κακοχαρακτήρα και τεμπέλη.

Επιμύθιο 1: Όπου υπάρχουν τζιτζίκια υπάρχουν και μυρμήγκια.

Επιμύθιο 2 : Όπου υπάρχουν μεγάλα μυρμήγκια δεν ακούς τζιτζίκια.

Χασάν

Στο βενζινάδικο της γειτονιάς μου δουλεύει ο Χασάν. Όποτε βάζω βενζίνα επιθεωρεί το σαραβαλάκι μου και κάνει παρατηρήσεις. «Πάλι δεν έχουν αέρα τα λάστιχα». «Άνοιξε να δούμε τα λάδια». «Για να ρίξουμε μια ματιά στα υγρά του». «Δεν το προσέχεις το αυτοκίνητό σου. Γιατί; Επειδή γέρασε; Πρέπει να προσέχουμε τα πράματά μας».

Ο Χασάν δεν έχει πολλά πράματα. Ένα κρεβάτι μια τηλεόραση ένα ποδήλατο μια λεκάνη να πλένει τα λιγοστά ρούχα του κι ένα ηλεκτρικό σίδερο, είναι η περιουσία του. «Μου φτάνουν αυτά. Εσένα σου περισσεύουν και δεν προσέχεις;»

Χθες, πριν πάω να βάλω βενζίνη φρόντισα να είναι το αυτοκίνητο «τζι-τζι». Καθαρό, λάδια, υγρά, αέρας, τα πάντα. Του Χασάν του κακοφάνηκε. Κατάλαβε ότι είχα πάει σε άλλο βενζινάδικο. Με κοίταξε λυπημένος και είπε «Πιο πολύ να προσέχουμε αυτούς που μας προσέχουν».

Τι θα κάνω άμα χάσω τον Χασάν;

Η κυρία με τις … παντόφλες

……Ένα λευκό βαν με την προειδοποίηση «συχνές στάσεις» προπορεύεται. Κάτω από το λογότυπο «direct marketing», με μεγάλα κόκκινα γράμματα γράφει «Ζητούνται νέοι και νέες για διανομή διαφημιστικών φυλλαδίων».

……Είναι μεσημέρι, προφανώς έχουν σχολάσει, και το βαν της εταιρίας διανέμει τους «διανεμητές» στα σπίτια τους. Για την ακρίβεια τους ξεφορτώνει κάπου κοντά –ελπίζω- στο σπίτι τους. (Σιγά μη τους πάει μέχρι την πόρτα τους «Άστους μωρέ. Η δουλειά τους είναι να περπατούν»).

……Στην πρώτη στάση κατεβαίνουν δύο σχετικά νέες γυναίκες. Βγαίνουν χωρίς να χαιρετήσουν ούτε η μία την άλλη ούτε κάποιον συνάδελφο μέσα στο βαν. «Άρα είναι οι τελευταίοι, δεν έχει άλλες στάσεις. Ευτυχώς γιατί έχω αργήσει και η προσπέραση είναι αδύνατη». Βιάστηκα να χαρώ. Δεύτερη στάση.

…...Κατεβαίνουν άλλοι δύο. Αυτοί δεν είναι νέοι. Η γυναίκα γύρω στα σαράντα φορτώνεται το σακίδιό της –δεν το παρέχει η εταιρία- και απομακρύνεται με βήμα ζωηρό. Ο άντρας είναι μεγαλύτερος, γύρω στα πενήντα, κρατάει το άδειο σακίδιο στο χέρι –δείχνει να τον βαραίνει ακόμα και άδειο-και περπατάει αργά. Φαίνεται κατάκοπος. Είναι κατάκοπος. Πόσα χιλιόμετρα έχει περπατήσει σήμερα; Τα πόδια του δεν τον κρατάνε. Μου φαίνεται ότι παραπατά.

……Στην επόμενη στάση το βανάκι αδειάζει. Τελευταίες κατεβαίνουν δύο γυναίκες, μεγάλες σε ηλικία. Αν δεν είναι, δείχνουν κοντά στα εξήντα. Άσπρα μαλλιά, κουρασμένα σώματα. Η μία κουτσαίνει. Καθώς την παρατηρώ το φανάρι ανάβει κόκκινο. Το βανάκι χάνεται μέσα στη κίνηση –καλύτερα-. Η γυναίκα κάθεται στα σκαλοπάτια, βγάζει τα πλαστικά «αθλητικά» παπούτσια, ανοίγει το σακίδιο, κάτι ψάχνει. Ένα ζευγάρι παντόφλες. Τρίβει λίγο τα κουρασμένα πόδια, τις φοράει και σηκώνεται. Περπατάει αργά, αλλά τουλάχιστον δεν πονάει ˙  έτσι δείχνει το πρόσωπό της .

……Και ξαφνικά λες και όλα σωπαίνουν γύρω μου.  «Ακούω» μόνο τον ήχο από τις παντόφλες της ηλικιωμένης γυναίκας που σέρνονται στις πλάκες του πεζοδρομίου. Χάνω και το δεύτερο φανάρι. Ένα φορτηγάκι πίσω μου κορνάρει, ο οδηγός βρίζει, με προσπερνάει. Στη καρότσα γράφει «Διανομή διαφημιστικού υλικού» αλλά το μυαλό μου διαβάζει «Αναδιανομή του πλούτου».