Το φανάρι του Αχμέτ

Ο Αχμέτ σταμάτησε στο φανάρι της γωνίας λεωφόρου Αθηνών και Θηβών, αφού διάνυσε πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα και μερικά μέτρα.

Με κάτι λιωμένες πλαστικές σαγιονάρες, έναν κουβά κι ένα σφουγγάρι έπιασε να καθαρίζει παρμπρίζ.

Το φανάρι που του έδωσαν ήταν πολυσύχναστο και γρήγορο αλλά ο Αχμέτ ήταν άπειρος, αργός, και το «ενοίκιο» ακριβό.

Ένα βράδυ, στην πλατεία, ο Χασάν ο πατριώτης του τον κέρασε μια πορτοκαλάδα και του είπε : «Αν δε γίνεις γρήγορος θα στο πάρουν το φανάρι».

«Χμ» έκανε σκεφτικός ο Αχμέτ.

Το άλλο βράδυ εμφανίστηκε στην πλατεία με τα σύνεργα της δουλειάς.

«Για που το βαλες με τα σύνεργα;» τον ρώτησε ο Χασάν.

«Γυμναστική » απάντησε χαμογελώντας ο Αχμέτ, ήπιε την πορτοκαλάδα του κι έφυγε.

Για έναν ολόκληρο μήνα, κάθε βράδυ, έπλενε παρκαρισμένα αυτοκίνητα και χρονομετρούσε τον εαυτό του. «Γρήγορα. Πιο γρήγορα. Θα σβήσει. Πιο γρήγορα!» μονολογούσε, κι έπλενε, έπλενε…

Ένα βράδυ, όπως ήταν σκυμμένος πάνω στο παρμπρίζ της παρκαρισμένης μερσεντές ακούει μια φωνή: «Τι το πειράζεις ρε το εργαλείο;» και τρώει πρώτα μια σφαλιάρα και μετά μια κλωτσιά. «Αχ» κάνει ο Αχμέτ και σωριάζεται ανάμεσα στα πόδια που τον χτυπούν.

«Αλλάχ, Αλλάχ» πρόλαβε να ψελλίσει ο Αχμέτ πριν σβήσει.

Advertisements

Χασάν

Στο βενζινάδικο της γειτονιάς μου δουλεύει ο Χασάν. Όποτε βάζω βενζίνα επιθεωρεί το σαραβαλάκι μου και κάνει παρατηρήσεις. «Πάλι δεν έχουν αέρα τα λάστιχα». «Άνοιξε να δούμε τα λάδια». «Για να ρίξουμε μια ματιά στα υγρά του». «Δεν το προσέχεις το αυτοκίνητό σου. Γιατί; Επειδή γέρασε; Πρέπει να προσέχουμε τα πράματά μας».

Ο Χασάν δεν έχει πολλά πράματα. Ένα κρεβάτι μια τηλεόραση ένα ποδήλατο μια λεκάνη να πλένει τα λιγοστά ρούχα του κι ένα ηλεκτρικό σίδερο, είναι η περιουσία του. «Μου φτάνουν αυτά. Εσένα σου περισσεύουν και δεν προσέχεις;»

Χθες, πριν πάω να βάλω βενζίνη φρόντισα να είναι το αυτοκίνητο «τζι-τζι». Καθαρό, λάδια, υγρά, αέρας, τα πάντα. Του Χασάν του κακοφάνηκε. Κατάλαβε ότι είχα πάει σε άλλο βενζινάδικο. Με κοίταξε λυπημένος και είπε «Πιο πολύ να προσέχουμε αυτούς που μας προσέχουν».

Τι θα κάνω άμα χάσω τον Χασάν;

Η κυρία με τις … παντόφλες

……Ένα λευκό βαν με την προειδοποίηση «συχνές στάσεις» προπορεύεται. Κάτω από το λογότυπο «direct marketing», με μεγάλα κόκκινα γράμματα γράφει «Ζητούνται νέοι και νέες για διανομή διαφημιστικών φυλλαδίων».

……Είναι μεσημέρι, προφανώς έχουν σχολάσει, και το βαν της εταιρίας διανέμει τους «διανεμητές» στα σπίτια τους. Για την ακρίβεια τους ξεφορτώνει κάπου κοντά –ελπίζω- στο σπίτι τους. (Σιγά μη τους πάει μέχρι την πόρτα τους «Άστους μωρέ. Η δουλειά τους είναι να περπατούν»).

……Στην πρώτη στάση κατεβαίνουν δύο σχετικά νέες γυναίκες. Βγαίνουν χωρίς να χαιρετήσουν ούτε η μία την άλλη ούτε κάποιον συνάδελφο μέσα στο βαν. «Άρα είναι οι τελευταίοι, δεν έχει άλλες στάσεις. Ευτυχώς γιατί έχω αργήσει και η προσπέραση είναι αδύνατη». Βιάστηκα να χαρώ. Δεύτερη στάση.

…...Κατεβαίνουν άλλοι δύο. Αυτοί δεν είναι νέοι. Η γυναίκα γύρω στα σαράντα φορτώνεται το σακίδιό της –δεν το παρέχει η εταιρία- και απομακρύνεται με βήμα ζωηρό. Ο άντρας είναι μεγαλύτερος, γύρω στα πενήντα, κρατάει το άδειο σακίδιο στο χέρι –δείχνει να τον βαραίνει ακόμα και άδειο-και περπατάει αργά. Φαίνεται κατάκοπος. Είναι κατάκοπος. Πόσα χιλιόμετρα έχει περπατήσει σήμερα; Τα πόδια του δεν τον κρατάνε. Μου φαίνεται ότι παραπατά.

……Στην επόμενη στάση το βανάκι αδειάζει. Τελευταίες κατεβαίνουν δύο γυναίκες, μεγάλες σε ηλικία. Αν δεν είναι, δείχνουν κοντά στα εξήντα. Άσπρα μαλλιά, κουρασμένα σώματα. Η μία κουτσαίνει. Καθώς την παρατηρώ το φανάρι ανάβει κόκκινο. Το βανάκι χάνεται μέσα στη κίνηση –καλύτερα-. Η γυναίκα κάθεται στα σκαλοπάτια, βγάζει τα πλαστικά «αθλητικά» παπούτσια, ανοίγει το σακίδιο, κάτι ψάχνει. Ένα ζευγάρι παντόφλες. Τρίβει λίγο τα κουρασμένα πόδια, τις φοράει και σηκώνεται. Περπατάει αργά, αλλά τουλάχιστον δεν πονάει ˙  έτσι δείχνει το πρόσωπό της .

……Και ξαφνικά λες και όλα σωπαίνουν γύρω μου.  «Ακούω» μόνο τον ήχο από τις παντόφλες της ηλικιωμένης γυναίκας που σέρνονται στις πλάκες του πεζοδρομίου. Χάνω και το δεύτερο φανάρι. Ένα φορτηγάκι πίσω μου κορνάρει, ο οδηγός βρίζει, με προσπερνάει. Στη καρότσα γράφει «Διανομή διαφημιστικού υλικού» αλλά το μυαλό μου διαβάζει «Αναδιανομή του πλούτου».

Ένα διάλειμμα τριάντα χρόνια μετά.

…...Μετά από τριάντα και βάλε χρόνια  δεν τους αναγνωρίζω. Η όψη τους έχει αλλάξει. Είναι φυσιολογικό; Ναι είναι φυσιολογικό. Χαιρετάμε ο ένας τον άλλο θερμά και λίγο αμήχανα, σφίγγοντας τα χέρια, «Είμαι ο… από το Γ4…» «Δεν σε θυμάμαι» – «Εμένα με θυμάσαι; Είμαι ο…».

…… (περισσότερα…)

Για το «δεν» για το πείσμα και το «πρόβλημα» της νεότητας.

Λένε πως η ζωή δίνει πάντα τις πιο σωστές λύσεις. Αυτό που δε ξέρω είναι αν αξίζει να περιμένουμε. Γιατί η ζωή υπό την ευρεία και όχι υπό την στενή έννοια δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα με τον χρόνο, όχι ότι της είναι αδιάφορος αλλά κινείται παράλληλα με αυτόν και όχι εναντίον του.

(περισσότερα…)

Ένας τυφλός μπορεί να «ξεστραβώσει»

Για να είμαι βέβαιος πως θα μελετήσουν τουλάχιστον μία φορά το σχολικό τους βιβλίο της Φυσικής κατεύθυνσης Γ λυκείου και δεν θα αρκεστούν στις φροντιστηριακές σημειώσεις και τις λυμένες ασκήσεις του πίνακα, αποφάσισα να μελετήσουμε όλοι μαζί μέσα στη τάξη. (Ο υπογράφων για όσους δεν το γνωρίζουν είναι καθηγητής φυσικής και ανήκει στο «σκοτεινό κύκλωμα της παραπαιδείας»)

Διαπίστωσα λοιπόν,όπως ήταν αναμενόμενο, πως οι περισσότεροι διάβαζαν γρήγορα και χωρίς το μυαλό τους να είναι σε εγρήγορση, χωρίς να καταλαβαίνουν τι διαβάζουν, ρίχνοντας μια βιαστική ματιά στα σχήματα και «απαγγέλλοντας»  τους μαθηματικούς τύπους σε μια «εξωγήινη διάλεκτο»   Σίγματαφισονγιωταεπιαλφαγωνιακο».

Τους εξήγησα πως η φυσική είναι επιστήμη που βασίζεται και στην παρατήρηση, θα έπρεπε συνεπώς να είναι πιο προσεκτικοί στην μελέτη των σχημάτων και των φωτογραφιών. Θα έπρεπε επίσης να απομνημονεύουν φραστικά και όχι φωτογραφικά έναν μαθηματικό τύπο για να συνηθίσουν την ορολογία.

Κάπου σε αυτό το σημείο σηκώθηκα στον πίνακα, τους γύρισα την πλάτη και  είπα : «Είμαι τυφλός. Περιγράψτε μου το σχήμα που βλέπετε, βοηθήστε με να το ζωγραφίσω στο μυαλό μου».

Άρχισαν να περιγράφουν και εγώ να σχεδιάζω στον πίνακα αυτό που μου περιέγραφαν –ο πίνακας ήταν η οθόνη του μυαλού μου-. Στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα, ένα σχήμα και μια παράγραφος μας πήρε περίπου μισή ώρα. Εννοείται πως δεν μου αρκούσε να μου πουν, σχεδίασε ένα βέλος και γράψε το γράμμα ύψιλον, αλλά, σχεδίασε το διάνυσμα της ταχύτητας και συμβόλισέ το με ύψιλον. Έπρεπε να χρησιμοποιούν την σωστή ορολογία. «Είπαμε, είμαι τυφλός αλλά όχι άσχετος με την φυσική».

Γελούσαν συχνά με τις γκάφες τους και με τις εκκλήσεις μου για βοήθεια. Αυτό κράτησε δύο ολόκληρες ώρες. Παιδεύτηκαν  κουράστηκαν, αλλά το διασκέδαζαν  και όσο περνούσε η ώρα περιέγραφαν με περισσότερη ακρίβεια ότι έβλεπαν. Όταν η εικόνα ολοκληρωνόταν συζητάγαμε, εξηγούσαμε, και αν το σχήμα συνόδευε κάποια μαθηματική ανάλυση ήταν υποχρεωμένοι να την περιγράψουν και να την εξηγήσουν, όχι στα «εξωγήινα» αλλά στα ελληνικά, να βρούν και να μου πουν τα λογικά βήματα της λύσης του προβλήματος.  Στη συνέχεια τους έβαλα να απαντήσουν στις ερωτήσεις κρίσεως που δεν είχαν καταφέρει να απαντήσουν στο σπίτι και τα πήγαν μια χαρά. Τα «δεν καταλαβαίνω τι ρωτάει» μειώθηκαν, σχεδόν εξαφανίστηκαν.

Από τότε παίζω το παιχνίδι του τυφλού για να μελετήσουμε το βιβλίο της Φυσικής  στα περισσότερα τμήματα. Τους ζητάω με την ίδια προσοχή και παρατηρητικότητα να μελετούν στο σπίτι, τονίζοντας πως άλλο πράγμα είναι το «διαβάζω» και άλλο «μελετώ». Κάποιοι μαθητές το εφαρμόζουν,και τα σημάδια προόδου αρχίζουν να γίνονται ορατά ,κάποιοι άλλοι βαριούνται να παίξουν το παιχνίδι μόνοι τους στο σπίτι. Μία μαθήτρια μάλιστα μου είπε «Χρειάζομαι έναν τυφλό για να ξεστραβωθώ».

Όπως και να έχει, το μάθημα-μελέτη στην τάξη γίνεται ευχάριστο και δημιουργικό. Πάει να είναι μια στείρα διάλεξη. Εγώ δεν είμαι πομπός, είμαι βοηθός όπως αυτοί είναι βοηθοί ενός ανθρώπου που πρέπει να βοηθήσουν να δει και να καταλάβει αφού πρώτα «δουν» και καταλάβουν» οι ίδοι. Είναι ένα πολύ όμορφο παιχνίδι. Αν διαβάζει κάποιος συνάδελφος αυτό το ποστ ας το δοκιμάσει.

Ίσως η ιδέα να προήλθε από ένα από τα πιο όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει, το «Χρονικό της τέχνης» του Combritch, στο οποίο με είχε εντυπωσιάσει ο τρόπος με τον οποίο «κοίταζε» έναν πίνακα ζωγραφικής, ο τρόπος που περιέγραφε τα θέματα, την δράση, τα χρώματα, το φως, τα πρόσωπα, τα συναισθήματα των ανθρώπων, την δράση μέσα στην ακίνητη εικόνα, και φυσικά με μάγεψε η απλότητα και η ακρίβεια του λόγου του που μερικές φορές ήταν τόσο όμορφος όσο ο ίδιος ο πίνακας. Σκέφτηκα ότι ακόμα και ένα άνθρωπος που δε μπορεί να δει θα άξιζε να ακούσει, να του διαβάσουν, αυτό το βιβλίο. Ζήλεψα. Θα ήθελα τα βιβλία φυσικής να είναι γραμμένα με έναν τέτοιο όμορφο τρόπο και λόγο, να διδάσκουν την παρατήρηση, την περιγραφή, έναν τρόπο ερμηνείας των όσων συμβαίνουν στη φύση γύρω μας.

Μάλλον έτσι λοιπόν μου ήρθε η ιδέα να πω «Δεν βλέπω, μιλήστε, περιγράψτε, βοηθήστε με να καταλάβω».
Αυτά και καλή επιτυχία σε όποιον δοκιμάσει να το πει.