Γιατί βρε Αλέκα;

Χθες ο απογευματινός μου περίπατος με έφερε στην πλατεία που μιλούσε η Αλέκα. Λίγος ο κόσμος, πολλές οι κόκκινες σημαίες, μεγάλες σιωπηλές ηλικίες, λίγες νεανικές φωνές, λες μαγνητοσκοπημένες από την δεκαετία του εβδομήντα. Με έπιασε μια μελαγχολία αλλά κάθισα να ακούσω, πιο πολύ για να νιώσω τον παλμό του παρελθόντος αλλά στο τέλος ένιωσα μια αρρυθμία, ένα πλάκωμα.

Σύμφωνα με την Αλέκα δεν υπάρχει καμμία ελπίδα έξω από την εργατική λαϊκή εξουσία. Μέχρι τότε ο κόσμος πρέπει να ψηφίζει το κόμμα που παλεύει για τα λαϊκά συμφέροντα και «όλο και κάτι λίγο θα κερδίζει». Επίσης κατά δήλωσή της αν προκύψει κυβέρνηση της αριστεράς, οι επιχειρηματίες θα πάρουν τα κεφάλαιά τους και θα φύγουν, θα κλείσουν οι επιχειρήσεις και δεινά χειρότερα περιμένουν τους εργαζόμενους. Ένα μήνα όπως είπε θα αντέξει και μετά θα πέσει για να έρθει δεξιά. Άσε που αναμένεται ένοπλη σύρραξη στην περιοχή με συμμετοχή της Ελλάδας.

Άκουγα και δεν πίστευα αυτά που άκουγα. Τα άκουγε και άλλος κόσμος που έπινε τον καφέ του ή έτρωγε το παγωτό τους στα γύρω καφεζαχαροπλαστεία. Και νομίζω πως αν τους είχε περάσει από το μυαλό να απαγκιστρωθούν και να ψηφίσουν κάποιο κόμμα της αριστεράς και αφού δεν ήθελαν την «εργατική λαϊκή εξουσία» η Αλέκα τους έσπρωχνε στον δικομματισμό. Για το τέλος είχε φυλάξει την κοινωνικοποίηση. Θα κοινωνικοποιηθούν οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες για να ξεκουράζονται οι εργάτες και οι υπάλληλοι. Αν συνεχιστεί Αλέκα αυτό που ζουν τώρα, οι εργατοϋπάλληλοι δεν θα χρειάζονται ξενοδοχεία. Σανατόρια θα χρειάζονται.

Όση ώρα μιλούσε η Αλέκα στην φωτισμένη εξέδρα, από πάνω ακριβώς στη λαμπρά φωτισμένη αίθουσα του δημαρχείου μπροστά στη μεγάλη τζαμαρία μια νύφη με ένα μπουκέτο λουλούδια στο χέρι περίμενε να τελειώσει η ομιλία για να ξεκινήσει η τελετή του πολιτικού γάμου.

Η ομιλία τελείωσε, ο κόσμος άρχισε να φεύγει, οι σημαίες μαζεύονταν και τα μόνα πρόσωπα που έλαμπαν από ελπίδα ήταν εκείνα της νύφης και του γαμπρού που υπόσχονταν ο ένας στον άλλον μια καλύτερη ζωή όχι κάπου κάποτε αλλά εδώ και τώρα.

Γιατί ρε Αλέκα; Γιατί ένας τόσο αντικομουνιστικός λόγος;

Advertisements

Κρίση νοημοσύνης

Υπήρχε κάποτε ένας άντρας που έφτιαχνε και πούλαγε κάτι νοστιμότατα κουλούρια. Η δουλειά πήγαινε τόσο καλά που ο άντρας αυτός ούτε τηλεόραση έβλεπε, ούτε ραδιόφωνο άκουγε, ούτε έδινε και μεγάλη σημασία στις εφημερίδες. Σιγά σιγά έφτιαξε ένα μεγάλο εργαστήριο, προσέλαβε άλλους ανθρώπους και αποφάσισε να επενδύσει σε διαφήμιση. Κάθε φορά πήγαινε όλο και καλύτερα και κάθε φορά επένδυε στη δουλειά του.

Το καλοκαίρι τον επισκέφτηκε ο γιος του, που είχε γυρίσει από το πανεπιστήμιο όπυ έκανε το μεταπτυχιακό του σχετικά με τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Ο γιος, βλέποντας όλο αυτό το άνοιγμα του πατέρα του είπε:
«Πατέρα, δεν ακούς ραδιόφωνο; Δε διαβάζεις εφημερίδες; Δε βλέπεις τηλεόραση; Βρισκόμαστε σε τεράστια κρίση, η οικονομία βουλιάζει».

Ο πατέρας σκέφτηκε : «Ο γιος μου έχει κάνει σπουδές. Είναι πληροφορημένος. Ξέρει για τι πράγμα μιλάει».

Έτσι, αγόρασε λιγότερα υλικά, μείωσε τα έξοδα, φρέναρε τη διαφήμιση. Οι πωλήσεις λιγόστευαν μέρα με τη μέρα και έπειτα από λίγο καιρό η επιχείρηση άρχισε να είναι ελλειμματική. Ο άντρας τηλεφώνησε στον γιό το στο πανεπιστήμιο και του είπε:

«Είχε δίκιο γιε μου. Είμαστε βυθισμένοι σε πολύ μεγάλη κρίση».

(Από το βιβλιαράκι: Νίτσε 99 μαθήματα καθημερινής φιλοσοφίας – Αλλαν Πέρσυ – Εκδόσεις Πατάκη)

Η κοκκινοσκουφίτσα και οι τρεις παραμυθοφύλακες.

Μετά τα δραματικά γεγονότα η Κοκκινοσκουφίτσα αποφάσισε να προσλάβει τρεις παραμυθοφύλακες για λόγους προστασίας. Στην αρχή ήταν καλά. Περπατούσε άφοβα στο δάσος και ένιωθε ελεύθερη. Προφανώς είχε μπερδευτεί, γιατί άλλο είναι να είσαι ελεύθερος και άλλο να νιώθεις ελεύθερος. Δε πέρασε πολύς καιρός και κατάλαβε πως ελευθερία δεν σημαίνει να περπατάς άφοβα στο δάσος.

Αυτό το μονοπάτι είναι επικίνδυνο. Καλύτερα να το αποφύγουμε. Έλεγε ο ένας φρουρός. Αυτό το μονοπάτι δεν είναι ασφαλές. Απαγορεύεται. «Συνιστούσε» ο δεύτερος. Αυτό το μονοπάτι είναι ύποπτο. Τόνιζε ο τρίτος. Και η Κοκκινοσκουφίτσα υπάκουε. Στην αρχή με ευγνωμοσύνη, στη συνέχεια με επιφύλαξη και στο τέλος με φόβο που ολοένα μεγάλωνε καθώς πρόσεξε πως οι παραμυθοφύλακες, ενώ στην αρχή την συνόδευαν από απόσταση, σιγά – σιγά όλο και πλησίαζαν, πλησίαζαν, μέχρι που έφτασαν να την κρατάνε από το χέρι, μετά από τους ώμους, τον λαιμό, στο τέλος της έπιασαν τον κώλο και ένα βράδυ που τόλμησε να βγει βόλτα μόνη στο «απαγορευμένο» ξέφωτο την βίασαν εν βρασμώ ψυχής όπως «αποδείχτηκε» στο δικαστήριο.

Μετά τα δραματικά γεγονότα η Κοκκινοσκουφίτσα αποφάσισε να προσλάβει φρουρούς για να παρακολουθούν τους παραμυθοφύλακες. Στην αρχή ήταν άσχημα αλλά στο τέλος η Κοκκινοσκουφίτσα έμαθε να φοβάται την ελευθερία της …

Η μοιρασιά

Η αγγελία μιλούσε για ένα δυάρι διαμπερές φωτεινό με θέση πάρκιν και αποθήκη. «Ας το δούμε κι αυτό» είπα και βρέθηκα μπροστά στην είσοδο ενός φρεσκοβαμμένου χαμηλοτάβανου προσφυγικού. Η πόρτα ήταν τόσο μικρή που έπρεπε να σκύψω για να μπω. Όσο για τα παράθυρα, φώτιζαν περίφημα από τον λαιμό και κάτω. «Η θέση πάρκιν;» ρώτησα τον ιδιοκτήτη.

«Στο πεζοδρόμιο. Δεν είδες την κίτρινη γραμμή;»

Πράγματι στο πεζοδρόμιο με κίτρινο χρώμα υπήρχε σχεδιασμένο ένα ορθογώνιο. Χωρούσε ένα μικρό αυτοκίνητο.

«Και πόσα θέλεις για αυτό;»

«Τρία κατοστάρικα»

«300 ευρώ. Πολλά δεν είναι;»

«Για έναν ίσως. Για δύο άτομα είναι λίγα. Εγώ το έχω για δύο φοιτητές ή μετανάστες»

Πήγα να του πω οτι προφανώς  εννοούσε δύο πολύ κοντούς φοιτητές ή νάνους  μετανάστες αλλά τελικά τον ρώτησα.

«Και τι το χρειάζονται το πάρκιν δύο φτωχοί φοιτητές ή μετανάστες;»

«Αν δεν έχουν αυτοκίνητο μπορούν το καλοκαίρι να βγάζουν ένα τραπεζάκι με καρέκλες και να παίρνουν τον αέρα τους.»

«Η φτώχεια θέλει καλοπέραση ε;» προσπάθησα να τον ειρωνευτώ.  Τελικά η κουβέντα κατάληξε στην πολιτική.

«Δεν έχει σημασία φίλε πως μοιράζεις τον πλούτο αλλά πως μοιράζεις την φτώχεια. Διότι αν όλοι οι φτωχοί είναι το ίδιο φτωχοί θα θελήσουν να γίνουν πλουσιότεροι. Ενώ αν την φτώχεια την μοιράσεις άνισα, οι φτωχοί θα φοβούνται  μη γίνουν φτωχότεροι. Με συγχωρείς τώρα αλλά ήρθε το επόμενο ραντεβού» είπε καθώς από την τρύπα της εισόδου πρόβαλαν τρία φοβισμένα πρόσωπα.

Η ΚοκκινοΠράσινη πιπεριά

pip-greenΜια φορά κι ένα καιρό ήταν μια πιπεριά, μικρή, κόκκινη, που ήθελε να γίνει πυροσβέστης. Το άκουγε η μάνα της και κοκκίνιζε από το κακό της.

–  Μη λες Βλακείες Μιμή. Μηχανικός θα γίνεις. Όπως ο πατέρας σου.

–   Δεν είναι πατέρας μου έλεγε η Μιμή. Αυτός είναι πράσινος.

–   Μικρός όμως ήταν κόκκινος. Όταν μεγαλώσεις  θα αλλάξεις κι εσύ χρώμα.

Τα χρόνια περνούσαν και η μικρή δεν άλλαζε χρώμα. Οι γονείς άρχισαν να ανησυχούν. Και με το δίκιο τους. Η μικρή πλέον ονειρευόταν ένα χωράφι με πολλές κόκκινες καυτερές πιπεριές, όπως εκείνο, το βορινό, το ποτιστικό.

«Καήκαμε» μονολογούσαν γονείς. «Μια βροχή θα μας σώσει» ψιθύριζαν συγγενείς και φίλοι. Και ήρθε η βροχή. Τι βροχή δηλαδή. Πλημμύρα, νεροποντή. Πνίγηκε το βορινό ποτιστικό χωραφάκι κι έγινε το θαύμα.  Όταν σταμάτησε επιτέλους ο κατακλυσμός, ως εκ θαύματος η Μιμή άρχισε να αλλάζει χρώμα.

Στο τέλος έγινε πράσινη και ονειρευόταν πλέον χαρτοφυλάκια (τα μοίραζε κιόλας με τα λόγια σε άλλες πιπεριές). Στο τέλος τελείωσε το Πολυτεχνείο αλλά δεν έγινε μηχανικός. Έγινε πικάντικη πολιτικη σαλάτα.

Στον Μίμη

Ένας λύκος, ένα μπαρμπουνάκι και μια απεργία.

Φέτος το καλοκαίρι σε ένα μακροβούτι είδα στον βυθό έναν λύκο να κυνηγάει ένα κατακόκκινο μπαρμπουνάκι. Ξαφνιάστηκε κι αυτός που με είδε, σταμάτησε –την γλύτωσε το ψαράκι – και μου έκανε νόημα να βγούμε στην επιφάνεια. Ανέβηκα, ανέβηκε κι αυτός. Μόλις τινάξαμε κι οι δύο τα νερά από τα κεφάλια μας μου λέει.

-Τώρα βρήκες να εμφανιστείς ρε φίλε;  Ξέρεις πόσο καιρό κυνηγάω το μπαρμπούνι;

-Συγνώμη, του απαντάω, αλλά εγώ νομίζω πως η θέση σου είναι στο δάσος να κυνηγάς την κοκκινοσκουφίτσα.

-Κι εγώ το ίδιο νομίζω αλλά μου έδωσε απόσπαση ο υπουργός παραμυθιών. Για τις ανάγκες της υπηρεσίας.

-Και το μπαρμπουνάκι γιατί το κυνηγάς;

-Είναι ταραχοποιό στοιχείο. Το είδα που μιλούσε με έναν κόκκινο αστερία.

-Τι βλακείες είναι αυτές. Δεν πρέπει να ανακατεύουμε τα παραμύθια με την πολιτική.

-Γιατί όχι φίλε μου. Με τα παραμύθια διαχειρίζεσαι την φαντασία των ανθρώπων. Με την πολιτική διαχειρίζεσαι τα όνειρά τους.

Το φανάρι του Αχμέτ

Ο Αχμέτ σταμάτησε στο φανάρι της γωνίας λεωφόρου Αθηνών και Θηβών, αφού διάνυσε πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα και μερικά μέτρα.

Με κάτι λιωμένες πλαστικές σαγιονάρες, έναν κουβά κι ένα σφουγγάρι έπιασε να καθαρίζει παρμπρίζ.

Το φανάρι που του έδωσαν ήταν πολυσύχναστο και γρήγορο αλλά ο Αχμέτ ήταν άπειρος, αργός, και το «ενοίκιο» ακριβό.

Ένα βράδυ, στην πλατεία, ο Χασάν ο πατριώτης του τον κέρασε μια πορτοκαλάδα και του είπε : «Αν δε γίνεις γρήγορος θα στο πάρουν το φανάρι».

«Χμ» έκανε σκεφτικός ο Αχμέτ.

Το άλλο βράδυ εμφανίστηκε στην πλατεία με τα σύνεργα της δουλειάς.

«Για που το βαλες με τα σύνεργα;» τον ρώτησε ο Χασάν.

«Γυμναστική » απάντησε χαμογελώντας ο Αχμέτ, ήπιε την πορτοκαλάδα του κι έφυγε.

Για έναν ολόκληρο μήνα, κάθε βράδυ, έπλενε παρκαρισμένα αυτοκίνητα και χρονομετρούσε τον εαυτό του. «Γρήγορα. Πιο γρήγορα. Θα σβήσει. Πιο γρήγορα!» μονολογούσε, κι έπλενε, έπλενε…

Ένα βράδυ, όπως ήταν σκυμμένος πάνω στο παρμπρίζ της παρκαρισμένης μερσεντές ακούει μια φωνή: «Τι το πειράζεις ρε το εργαλείο;» και τρώει πρώτα μια σφαλιάρα και μετά μια κλωτσιά. «Αχ» κάνει ο Αχμέτ και σωριάζεται ανάμεσα στα πόδια που τον χτυπούν.

«Αλλάχ, Αλλάχ» πρόλαβε να ψελλίσει ο Αχμέτ πριν σβήσει.