«Ο νους μαζεύει για να θυμάται»

Θυμήθηκα αυτή τη φράση καθώς μετακόμιζα το προσωπικό μου μουσείο στο νέο του συρτάρι.

Γράμματα που έχασαν την αξία τους,

δώρα που τελικά πληρώθηκαν ακριβά,

βεβαιώσεις που δόθηκαν όταν ήταν πια αργά, Συνέχεια

Advertisements

Η γλάστρα που δεν ήθελε να γίνει πιθάρι

Με αφορμή ένα ποστ του αγαπητού A.F.M για τους φόβους του μικρού του γιου θυμήθηκα ένα παραμύθι που είχα φτιάξει για τις κόρες μου.

glastra.jpg

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια γλάστρα, μικρή, πήλινη, που δεν ήθελε να μεγαλώσει γιατί φοβόταν ότι θα γίνει «σκουπιδοτενεκές» όπως αυτή στο διπλανό μπαλκόνι Συνέχεια

Η μιγαδική μας ηλικία

1.gif

Μετά τα τριάντα άρχισα να μετράω την ηλικία με Ολυμπιάδες. Είχα μεταφέρει μάλιστα γιορτές και επετείους στο πρόγραμμα των αγώνων. Η γιορτή μου ας πούμε συνέπιπτε με την τελετή έναρξης, η επέτειος γάμου με την άρση βαρών. Συνέχεια

«Χέρι-χέρι» υπερθέρμανση και αναθέρμανση.

untitled-2.jpgΔύο Βρετανοί επιστήμονες οι κύριοι James Lovelock και Chris Rapley προτείνουν την πόντιση εκατομμυρίων κατακόρυφων σωλήνων με μήκος 100 – 200 μέτρα και διάμετρο 10 μέτρα στους ωκεανούς . Μια βαλβίδα θα επιτρέπει την κίνηση του νερού μέσα στους κυλίνδρους προς τα πάνω, αλλά όχι προς τα κάτω. Κινούμενοι πάνω – κάτω από τη δύναμη των κυμάτων, οι σωλήνες θα αντλούν από μεγάλο βάθος στην επιφάνεια ψυχρό νερό το οποίο περιέχει περισσότερα θρεπτικά συστατικά. Συνέχεια

Το άγιο νεύμα

nevma.jpg

Έφυγε και ο Σεπτέμβρης και ούτε μια βροχή πραγματική. Μόνο βροχή από δηλώσεις. Αλλά αυτές δεν πιάνουν. Δεν έχουν άρωμα. Άσε που μερικές βρωμάνε.

Υπήρχε ένα βοσκός στην Ηλεία, που κάθε Σεπτέμβρη, αφού μελετούσε τις κινήσεις των μυρμηγκιών έβρισκε πότε θα πέσει το πρώτο χιόνι. Πάντα το έβρισκε. Τώρα δεν βρίσκει μυρμήγκια. Κάηκαν. Συνέχεια

Φιλι-και συνωμοσίαι

Είχα ακούσει τον Μίμη να μιλάει στην τηλεόραση για τρίτη φορά την ίδια μέρα, σαν Γιαπωνέζος τουρίστας που περιχαρής και ανυπόμονος έχει ανακαλύψει την μαγεία των Κυκλάδων στην «ελεύθερη» αγορά της Πάρου ντάλα Αυγούστου. «Μπούχτισα». Ένιωσα την ανάγκη να πάρω λίγο αέρα νυχτερινό.

Βγαίνοντας αιφνιδίασα ένα ζευγαράκι αγκαλιασμένο τολμηρά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Πριν αποφασίσω να γίνω ενοχλητικός είχα ανάψει το φως της εισόδου. Το αγόρι κατέβασε την μπλούζα του κοριτσιού χωρίς να πάρει το στόμα του από τον λαιμό της. Καθώς κατέβαινα διστακτικός τα σκαλοπάτια είδα το κορίτσι να κουμπώνει βιαστικά το σουτιέν.

Ντράπηκα και περπάτησα όσο πιο βιαστικά μπορούσα χωρίς να υποκύψω στον πειρασμό να κοιτάξω πίσω μου. Μπήκα στο αυτοκίνητο, έβαλα μπροστά και άναψα τα φώτα. Μια άλλη θερμή αγκαλιά με τύφλωσε, κρυμμένη στην είσοδο της διπλανής μονοκατοικίας. Έσβησα τα φώτα και την μηχανή, μα μου φαινόταν πως ο σκοτεινός δρόμος φωτιζόταν ακόμα.

“Ας περπατήσω” σκέφτηκα και προχώρησα προς τα φώτα της οδού Ταξιαρχών. Εκατομμύρια βατ φώτιζαν τις βιτρίνες. Ρούχα, παπούτσια, εσώρουχα, ρολόγια. «Κοίτα μας» μου έλεγαν «Πάρε μας». Σαν πόρνες φτιασιδωμένες. Μα εγώ εγκλωβισμένος στη λάμψη των αγκαλιασμένων ζευγαριών τις έβλεπα σκοτεινές και μίζερες.

Γύρισα σπίτι αναζητώντας στις «μυστικές της κλίμακες» τα λαμπερά στολίδια της πόλης μου.

Ο Μίμης φλυαρούσε ακόμα στην τηλεόραση αναζητώντας έναν ηγέτη για την οδό Ταξιαρχών του, ενώ η φιλι-κη εταιρία «συνωμοτούσε» αδιάφορη στα σκαλοπάτια μου.